Όπως λέμε Ιτιά η κλαίουσα. Το κάψιμο ενός συνανθρώπου μας στο Ψυχιατρικό Ίδρυμα της Τρίπολης, σχολιάστηκε και αναπαράχθηκε επαναληπτικά στον ιστοχώρο και αποτέλεσε κύριο θέμα συζήτησης στην τοπική, και όχι μόνο, κοινωνία. Όλοι εξέφρασαν τον αποτροπιασμό τους για την πράξη και τον οίκτο τους για το νεκρό. Καταδίκασαν την πράξη και οργίασαν με πιθανά και απίθανα σενάρια. Χύθηκε μελάνη και δάκρυα. Η κοινωνία έκλαψε…
Τι μπορεί να συμβαίνει στην πραγματικότητα; Κανένας «υγιής» μέσος νοικοκύρης που προς το παρόν κουμαντάρει τη ζωούλα του, δεν θέλει στην ουσία να ξέρει τι γίνεται μέσα σε αυτά τα Ιδρύματα. Ο εγκλεισμός των βαριών περιστατικών και η φυλάκιση των «επικίνδυνων» μελών της κοινωνίας είναι αποδεκτή, αν όχι επιθυμητή, από τους «απ’ έξω» που «είναι καλά». Γι’ αυτό και η περίφημη μεταρρύθμιση περί απο-ασυλοποίησης, παρά τις φιλόδοξες βλέψεις των εμπνευστών της, μέχρι και σήμερα έχει μείνει στα χαρτιά. Βεβαίως και οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, δεν θέλουν να ξέρουν τι γίνεται εντός των πυλών των ψυχιατρείων σε καθημερινή βάση. Βεβαίως και δεν θέλουν να ξέρουν ότι στην πτέρυγα με τους βαριά ασθενείς, υπάρχουν κάποιοι ιδιαίτερα «διεγερτικοί» οι οποίοι στερούνται δοντιών και νυχιών και δεν κάνουν κακό στους άλλους ή στους εαυτούς τους. Ότι κάνουν graffiti με τα κόπρανά τους στους τοίχους. Και πολλά άλλα. Μόνο όταν συμβαίνει κάποιο περιστατικό, όπως το χτεσινό, «θυμούνται» όλοι ότι υπάρχουν και αυτοί οι συνάνθρωποί μας, τους οποίους χτύπησε η ψυχική αρρώστια, προφανώς χωρίς να το επιδιώξουν. Τότε και μόνο τότε συμπονούν τον άτυχο ασθενή, καταγγέλλουν τις συνθήκες φύλαξης και νοσηλείας και ψάχνουν για αποδιοπομπαίους τράγους. Χωρίς, έστω και στο ελάχιστο, να συναισθάνονται κάποιο μερίδιο συνευθύνης τους για αυτό που έχει συμβεί. Ενδεχομένως γιατί η κατάσταση κάποιου που νοσεί και είναι καλά φυλαγμένος, να ενισχύει το αίσθημα της ατομικής ασφάλειας και την ψευδαίσθηση τού ότι εγώ είμαι καλά…
Δικός σας, OCCAM
